Μάσκα στο φεγγάρι - Το σύγχρονο παλαιό

Γράφει ο Μάνος Κοντολέων

 

To μυθιστόρημα Μάσκα στο φεγγάρι – ίσως το πλέον εμβληματικό cross over μυθιστόρημα της όλης συγγραφικής μου πορείας σε αυτό το είδος λογοτεχνίας– κυκλοφόρησε για πρώτη φορά το 1997.

Εφέτος, το 2023, μετά από 26 χρόνια συνεχούς παρουσίας, μετά από 20.000 περίπου αντίτυπα και με ένα Κρατικό Βραβείο να το σφραγίζει, οι Εκδόσεις Πατάκη αποφάσισαν να ανανεώσουν την εξωτερική του εμφάνιση.

Η μακέτα ενός σκηνικού του Νίκου Στεφάνου, που όλα αυτά τα χρόνια ήταν το εξώφυλλό του, έδωσε τη θέση της σε μια εικονογραφική σύνθεση του Βασίλη Κουτσογιάννη.

Η αλλαγή εξωφύλλου είναι μια πράξη από τη μια αποχωρισμού και από την άλλη υποδοχής.

Το χωμένο σε ένα υποβλητικό καφέ χρώμα που το φώτιζαν υπαινικτικές κόκκινες και κίτρινες αποχρώσεις, σπιτικό –υποτίθεται– του κεντρικού ήρωα, τώρα αντικαθίσταται με τη δικιά του –μπλε σε κόκκινο φόντο– φιγούρα. Και η σελήνη με τη μορφή μιας μάσκας –σύμβολο όλου του έργου– γίνεται το πρόσωπό του.

Νέες εποχές, νέες συνθήκες διαμορφώνουν την αισθητική όλων μας.

Μέσα σε αυτήν τη συλλογιστική πέρασε από τη σκέψη μου η ιδέα να κοίταζα και πάλι το κείμενο, ίσως για να το προσαρμόσω σε αυτές τις νέες κοινωνικές αντιλήψεις.

Ως συγγραφέας που ακόμα ζω και γράφω έχω το δικαίωμα –αν θέλω– να κάνω κάτι τέτοιο.

Άλλωστε το είχα ήδη κάνει ξαναγράφοντας τα δυο πρώτα μου βιβλία – την Ποντικούπολη και τον Φωκίωνα.

Μα εκείνα ήταν κείμενα συμβολικά, παραμύθια. Κράτησα αυτούσια και αναλλοίωτη πλοκή, κεντρική ιδέα και θέση του καθενός, αλλά στην ουσία έγραψα δυο νέα βιβλία χρησιμοποιώντας μια νέα γλώσσα – εκφράσεις και περιγραφές από τη μια πιο κοντά σε ένα σύγχρονο κοινό παιδιών και από την άλλη ενισχυμένες με τη συγγραφική μου εμπειρία.

Μπορούσε κάτι παρόμοιο να γινότανε με το Μάσκα στο φεγγάρι;

Ο προβληματισμός μου δεν κράτησε πολύ. Αποφάσισα πως το κείμενο έπρεπε να μείνει ακριβώς όπως ήταν. Τώρα δεν είχα να κάνω με σύμβολα, αλλά με τις πράξεις και τα συναισθήματα ανθρώπων που έζησαν μια συγκεκριμένη εποχή και κάτω από τη δικιά της σκιά διαμόρφωναν τις αντιδράσεις τους.

Το λογοτεχνικά έργα περιγράφουν ή την εποχή κατά την οποία διαδραματίζονται ή την εποχή στην οποία γράφτηκαν.

Στην περίπτωση της Μάσκας ίσχυαν και τα δύο. Άρα η όποια δική μου παρέμβαση θα δημιουργούσε από τη μια ένα λογοτεχνικό έκτρωμα και από την άλλη ένα ηθικό παράπτωμα.

Οι έφηβοι ήρωές μου, όπως και οι ενήλικες μιλάνε, σκέφτονται, πράττουν και εν τέλει αποφασίζουν μέσα στο κλίμα μιας εποχής που –με την ταχύτητα αλλαγών που όλοι βιώνουμε– μπορεί να δείχνει κάπως αλλόκοτη κυρίως σε έναν σημερινό έφηβο αναγνώστη. Αλλά ένα από τα κέρδη της ανάγνωσης λογοτεχνικών έργων που γραφτήκανε πριν από λίγα ή πολλά χρόνια είναι και το ότι μας προσφέρουν μια βαθιά και ευαίσθητη γνώση του παρελθόντος. Και το παρελθόν –κοντινό ή απόμακρο– είναι καλό να το γνωρίζουν οι νέες γενιές. Τους προσφέρει την εμπειρία της συνέχειας των κοινωνικών και ψυχολογικών κατακτήσεων, ενίοτε όμως και των οπισθοχωρήσεων.

Μα οι βασικές εκφράσεις και τάσεις των ανθρώπων δεν αλλάζουν – ο έρωτας και η ελευθερία από την εποχή της Αντιγόνης δίνουν το παρών τους.

Είναι γεγονός πως τον τελευταίο καιρό έχουν παρουσιαστεί, κυρίως στον χώρο της λογοτεχνίας για παιδιά και νέους, αρκετά παραδείγματα «διορθώσεων» των κειμένων μέσα στα πλαίσια του political correct.

Εκφράσεις όπως «χοντρός», «μαύρος», «γκόμενα», «γύφτος» κ.ά. ή περιγραφές βίαιης συμπεριφοράς γονιών προς τα παιδιά τους ή αυταρχικής στάσης εκπαιδευτικών προς τους μαθητές τους διαγράφονται ή προσαρμόζονται σε πιο διακριτικές μορφές (π.χ. χοντρός –εύσωμος, μαύρος – έγχρωμος, γκόμενα – φιλενάδα, γύφτος – ρομά).

Αυτά έχουν συμβεί και σε έργα διεθνώς γνωστών συγγραφέων (όπως του Ρόαλντ Νταλ και της Ένιντ Μπλάιτον) και προκάλεσαν ποικίλες αντιδράσεις.

Ασφαλώς και μια τέτοια πράξη επέμβασης στα αρχικά κείμενα με βρίσκει απόλυτα αντίθετο. Τα λογοτεχνικά έργα είναι πολιτιστική κληρονομιά και όπως θεωρούμε κατακριτέο αυτό που πάμπολλα γυμνά αγάλματα υπέστησαν σε άλλους χρόνους από ανόητους ηθικολόγους, το ίδιο κατακριτέο θεωρώ και τη «διόρθωση» ενός λογοτεχνικού κειμένου, ακόμα κι αν απευθύνεται σε παιδιά, αλλά και πόσο μάλλον αν είναι έργο για αναγνώστες κάθε ηλικίας και αναγνωρισμένου διαχρονικά κύρους.

Βέβαια, όλα αυτά δεν έγιναν σε βιβλία συγγραφέων που και ακόμα ζούνε και ακόμα δημιουργούν. Αλλά δε θα με ξάφνιαζε αν μέσα στον νεοσυντηριστισμό και στον στρουθοκαμηλισμό της εποχής μας έβλεπα και αυτό να συμβαίνει.

Όχι, λοιπόν! Άφησα τους ήρωές μου να συνεχίσουν να ζούνε στις δεκαετίες του ’70, του ’80, του ’90. Εμπιστεύθηκα τη γραφή μου έτσι όπως την εξασκούσα στα τέλη του 20ού αιώνα και παράλληλα πιστεύω πως δίνω την ευκαιρία στους νέους αναγνώστες του εικοσιεξάχρονου έργου μου να γνωρίσουν τον τρόπο ζωής των γονιών τους, τις σκέψεις τους, τα αδιέξοδα και τις νίκες τους.

Κι άλλωστε –είτε το θέλουμε είτε όχι– το φεγγάρι παραμένει το σύμβολο κάθε πλάσματος που αναζητά τον δρόμο του, δηλαδή την ταυτότητά του μέσα σε ώρες νυχτερινές, μέσα σε σκιές και με την ελπίδα πως πάντα το άπλετο φως… θα ήταν μια κάποια λύσις (για να θυμηθούμε και τον Κ. Π. Καβάφη). 

 

Ο Μάνος Κοντολέων είναι πολυβραβευμένος συγγραφέας με πλούσιο συγγραφικό έργο, τόσο βιβλίων παιδικής και εφηβικής λογοτεχνίας όσο και λογοτεχνίας ενηλίκων.